Αμπελόεσσα


 

Είχε πάντα στο υπόγειο του μαγαζιού του, ένα βαρέλι με μούστο, ο Λευτέρης. Κάθε χρόνο, προσπαθούσε να βγάλει καλό κρασί. Και όχι μόνο καλό δεν ήταν το κρασί του, αλλά σκέτο ξύδι. Ήταν μια απόλαυση να το ζεις, να το μυρίζεις, να το βλέπεις. Ήταν ένας καμβάς το πρόσωπό του, σαν τον μούστο του. Πότε μαύρος, πότε κόκκινος, πότε μπλε και πότε πορτοκάλι.

Τα νεύρα του, η τσατίλα του, η θλίψη του, η απορία του και το χαμόγελο του πάντα μια τελεία στο τέλος κάθε συναισθήματος. Ήταν μια ευλογία να τον παρακολουθείς. Όχι για τις αποτυχίες του, που δεν ήταν και λίγες. Αλλά για τις προσπάθειες του που ήταν πάντα πολλές και είχαν την αγωνία των μικρών παιδιών, όταν καμώνονται πως κάνουν κάτι πολύ σπουδαίο. «Μα κι αν ο μούστος μου βγάλει ξύδι, άχρηστος είναι; Ξύδι θέλουν οι φακές, οι μπάμιες, το κουνέλι, οι σαλάτες κι ένα σωρό φαγιά. Λίγο ξύδι και στο προζύμι για ν' αφρατέψει το ψωμί. Καλό είναι και το ξύδι.»

Φρόντιζε πάντα να έχει στην τσέπη του παντελονιού του μια φέτα ψωμί. Όχι τόσο για την πείνα του μα χάριν μιας δεισιδαιμονίας που κουβαλούσε από παιδί. Για τον φτωχό. Μα θα μου πεις τι να του κάνει μια φέτα ψωμί του φτωχού; Ή σάμπως ο Λευτέρης έβρισκε φτωχούς και τους χόρταινε με το ψωμί; Ούτε το' να, ούτε τ' άλλο. Τι η φέτα κατέληγε συνήθως στο πεζοδρόμιο με την προθυμία να φαγωθεί από κανά αδέσποτο. Μα θυμόταν ο Λευτέρης εκείνα τα χρόνια πίσω της παιδικής ανεμελιάς σαν έπαιρνε τους δρόμους, πότε για παιχνίδι και πότε για να κονομήσει κανά χαρτζιλίκι, που απ’ όλα όσα θα μπορούσε να ζηλέψει στη μέρα του, ήταν μια φέτα ψωμί.

Είπαμε. Τι τα θες; Δεισιδαιμονίες. Ίδια ιστορία και με τον μούστο. Τι να τον κάνει τον μούστο μάστορας πράμα; Και τι μάστορας. Ήταν καλλιτέχνης ο Λευτέρης. Καλλιτέχνης των υδάτων. Να σου φτιάξει καζανάκι ο Λευτέρης να τρέχει το νερό και να κελαηδάει. Να σου βάλει τα καλοριφέρ και αυτά να βγάζουν ζέστα σβηστά. Να πίνεις νερό απ’ τη βρύση και να νομίζεις πως πίνεις κατευθείαν απ’ τον Γοργοπόταμο. Καλλιτέχνης των υδάτων. Έτσι αυτοσυστηνόταν, έτσι και τον ήξεραν. Έτσι ξεκίνησε κι ιστορία με τον μούστο. «Νερό είναι τα σταφύλια. Τρώει ο άνθρωπος και ξεδιψάει. Πίνει κρασί και ξεχνάει. Το καλύτερο νερό. Πιο νερό κι απ’ το νερό».

Απ’ την άλλη ο Λευτέρης ούτε έπινε, ούτε τσιγάρο άναψε ποτέ του. Πιο καθαρός κι απ’ το νερό. Και για να ξεχάσει ούτε λόγος. «Με συντηρούν οι αναμνήσεις» έλεγε. «Ούτε φαΐ, ούτε λεφτά χρειάζεται ο άνθρωπος για να επιβιώσει. Αρκούν οι θύμησες» και χόρταινε να συμβουλεύει. Καλό είναι και το ξύδι. Ακόμα πιο καλή η προσπάθεια να φτιάξεις κάτι δικό σου. Ας είναι και ξύδι. Φώλιαζε ο μούστος στο υπόγειο του. Εκεί φτιάξανε φωλιά τα όνειρα, οι ελπίδες κι οι θύμισες. Λαχταρούσε την ζωή και την ζύμωνε μέσα στο βαρέλι του. Ονόμαζε δροσιά την υγρασία του υπογείου του. Νέα Γη, την βρύα, που είχε αρχίσει να ανθίζει ανάμεσα στις ρωγμές.

Αν μισόκλεινες τα μάτια σου, αν τ' άφηνες λιγάκι να θολώσουν, μα την αλήθεια εμφανιζότανε μπροστά σου αναρίθμητοι αμπελώνες σαν από όνειρο βγαλμένοι. Έβλεπε ο Λευτέρης και υγραίνονταν τα μάτια του. Σ' εκείνο το υπόγειο έφτιαξε το νησί του. Το μπόλιασε με την αγάπη του για τη ζωή. Μόνος αυτός. Σαν ναυαγός. Του βρήκε και όνομα. Αμπελόεσσα. Κι έμεινε εκεί, αιώνια, ν' αγναντεύει τους κόπους του.

Αν θέλεις αιώνιος να είσαι…απλά ζήτα το.




photo's by LostinAthens