I LOST MY PRIDE


Farewell my love...

 
 

Σ τάση Κάμα Σούτρα «Η Ανοιξιάτικη Σελήνη». Η γυναίκα δίνεται στα τέσσερα στον σύντροφό της. Αυτή η στάση εξυμνεί τη ζωώδη ηδονή, ξυπνάει αρχέγονες συνήθειες και θυμίζει τη φυσική απλότητα μιας γλυκιάς, ξάστερης, ανοιξιάτικης νύχτας.

Η Στέλλα πήρε απ’ το χέρι τον Δημήτρη, τον ανέβασε στο διαμέρισμά της, τον άρπαξε απ’ τους ώμους και τον πέταξε πάνω στο κρεβάτι της. Γδύθηκε όσο πιο γρήγορα και άτσαλα μπορούσε. Το πάθος την είχε τυφλώσει. Ο Δημήτρης, πιο αμήχανος, ξεκούμπωσε όσο πιο καθυστερημένα μπορούσε το πουκάμισό του, έβγαλε τα παπούτσια του, κατέβασε το παντελόνι του, αλλά δε πρόλαβε να βγάλει και τις κάλτσες του, καθώς η Στέλλα σαν χείμαρρος σκέπασε το κορμί του. Τον γέμισε φιλιά, απ΄την κορφή μέχρι τα νύχια και με τον ίδιο τρόπο που γδύθηκε, έτσι βιαστικά και άτσαλα, ασχολήθηκε με το πέος του. Ο Δημήτρης, πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε τη Στέλλα στα τέσσερα. Για δευτερόλεπτα φαντασιώθηκε πως η Στέλλα ήταν ένα τρομερό θηρίο κι αυτός ο θηριοδαμαστής. Κάπως έτσι παραμυθιάστηκε μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και ξεκίνησε να ταλαντεύεται, του φάνηκε αλήθεια για πολύ ώρα, μπρος πίσω...βαριεστημένα.

Τα βογγητά της Στέλλας σκέπασαν την ησυχία του σπιτιού, της γειτονιάς, ολόκληρης της πόλης... Σε αυτή τη συμφωνία απο «Αχ» και «Βαχ», ο Δημήτρης έμεινε αμέτοχος. Τ’αγκομαχητά πάνω στο κρεβάτι γίνονταν όλο και πιο έντονα, οι άχνες όλο και πιο βαριές. Ευχήθηκε ο Δημήτρης χίλιες φορές να’ ταν κουφός παρά αυτό το στερεοφωνικό μαρτύριο. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε άλλους ήχους...στη βρύση που στάζει...στο μηχανάκι που περνά...σε κάποιο θρόισμα των φύλλων...κι όσο έψαχνε, τα βογγητά της Στέλλας του φαίνονταν πως άλλαζαν χρώμα, άλλαζαν ενέργεια, σαν να ‘ ταν απόκοσμα, απο αλλού φερμένα... Οι άχνες τώρα είχαν κάτι οικείο, κάτι γνώριμο, κάτι απο τη διακριτική γοητεία... κάποιου φίλου...

Αναποδογυρίζει τη Στέλλα ανάσκελα, τη κοιτά καλά καλά. Τον κοιτάει κι η Στέλλα με απορία. «Τι έπαθες;» τον ρωτά. Τώρα άλλα βογγητά ξεκινούν το ταξίδι τους στα στενά της πόλης κι ανυπομονούν να χαθούν μέσ’τη βαβούρα. Ο Δημήτρης γουρλώνει τα μάτια, τεντώνει τ’ αυτιά. Η Στέλλα μένει σιωπηλή σαν απο θαύμα. Όλος ο κόσμος τώρα συρρικνώνεται και βαριανασαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Ο Δημήτρης σηκώνεται, βγαίνει απ’ το δωμάτιο και στήνει αυτί στην απέναντι κλειστή πόρτα. Για μερικά δευτερόλεπτα γίνεται ένα με τη πόρτα, παρασύρεται απ’ τη ζωή που αργοχτυπά εκεί μέσα και σαν να μην υπάρχει τίποτα που να χωρίζει το μέσα με το έξω ανοίγει και χάνεται στο θέαμα...

 
 
 
 

Στάση Κάμα Σούτρα: «Η Μαύρη Πεταλούδα». Ο άντρας καθισμένος στηρίζεται στα χέρια του. Ο/ Η συντροφός του ενώνεται μαζί του, καθησμένος/η πάνω του, ακριβώς στην ίδια στάση.

Γιατί είναι μάυρη η πεταλούδα αυτή!;

Ο Ζήσης με τον Πάνο απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Μένουν για λίγο μετέωροι μετά τη ξαφνική είσοδο του Δημήτρη. Στο μυαλό του Δημήτρη το απόλυτο κενό. Κεραυνοβολημένος απ’ το θέαμα και ζαλισμένος απ’ τα βογγητά, ντύνεται βιαστικά και άτσαλα. Αφήνει πίσω του, στα κρύα του λουτρού, μισοτελειωμένη κι ολόγυμνη τη Στέλλα. Καθώς απομακρύνεται απ’ το διαμέρισμα, αναλογίζεται πόσο μικρός είναι ο κόσμος. Τόσο μικρός...που ήταν πανεύκολο να γίνουν όλα ένα μπουρδέλο.

Κόντευε να ξημερώσει πια. Η γλυκιά, ξάστερη, ανοιξιάτικη νύχτα είναι έτοιμη να παραδώσει τα σκήπτρα της στη νέα μέρα που έρχεται. Μια υποψία ήλιου αχνοφαίνεται απο μακρυά, τα πρώτα πουλάκια γλύκοκελαιδούν, οι κόρνες των αυτοκινήτων παίρνουν τα ηνία στους θορύβους που θα κυριεύσουν τη πόλη. Η Στέλλα, που απο πάντα σιχαινόταν τις μισοτελειωμένες υποθέσεις κι εξοργισμένη απ’ την έκβαση των γεγονότων, βγαίνει εκεί έξω για ν’ αναζητήσει τον Δημήτρη. Ο Δημήτρης στη μέση του πουθενά, μέσα στο χαώδες τίποτα, περιμένει οι αλήθειες του να βρουν δικαίωση. Οι δυό τους πια, βρίσκουν σημείο επαφής σ’ένα γιατί που ψάχνει απαντήσεις, απ’ αυτές που σε κάνουν να πηγαίνεις παρακάτω.

«Λοιπόν...Ακούω...»
«Δεν έχει λοιπόν.»
«Γιατί έφυγες;»
«Γιατί να έμενα;»
«Δηλαδή για να καταλάβω. Έτσι, χωρίς να έχει συμβεί τίποτα, ανοίγεις τη πόρτα και φεύγεις. Θέλω να μάθω γιατί! Πές κάτι, οτιδήποτε! Έκανα κάτι εγώ; Εγώ φταίω;!»
«Δε φταίς εσύ.»
«Μάλιστα δε φταίω εγώ. Τότε ποιός φταίει; Σ’ ενόχλησαν τα παιδιά δίπλα; Σου είπα πως δεν θα ήμασταν μόνοι στο σπίτι. Σου είπα πως έχω συγκάτοικο.»
«Αυτό μου το είπες, δε λέω...»
«Τι δηλαδή; Τι σ’ενόχλησε; Που δε σου είπα πως ο Πάνος είναι Gay; Ε και; Tι έγινε;»
«Έπρεπε να μου το πεις...Έπρεπε να το ξέρω... Δεν είναι έτσι...»
«Γιατί ρε Δημήτρη έπρεπε να το ξέρεις;! Ομοφοβικός είσαι;!» κι αρχίζει η Στέλλα να γελάει υστερικά.

 
 
 
 

Ο Δημήτρης χώνει μια γερή σφαλιάρα στη Στέλλα. Η Στέλλα σα να τη χτύπησε κεραυνός αρχίζει να εξαπολύει λεκτικά «βέλη» εναντίον του.

«Δεν το πιστεύω! Ρε μπας κι είσαι πούστης κι εσύ;! Xα,χα! Αυτό είναι! Γι’ αυτό έφυγες! Τίμα τα παντελόνια σου ρε! Πες κάτι! Μίλα παλιόπουστα!...»

Ο Δημήτρης ακουγε στωικά μεν σαν ενεργό ηφαίστειο δεν όλες τις προσβολές της Στέλλας, μέχρι που ο ομοφοβικός του κόσμος αποφάσισε να επαναστατήσει.

«Σκάσε...σκάσε...είπα Σκάσε!!! Ποιόν είπες πούστη ρε μαλακισμένη;! Eμένα;! Eμένα μωρή αγελάδα;! Ψωροφαντασμένη! Προοδευτική του κώλου! Βούλωσέ το επιτελούς! Σκάσε!!»

Η Στέλλα απο κούκλα του σατανά μεταμορφώθηκε σε στήλη άλατος. Το άκρως αρρενωπό ξέσπασμα του Δημήτρη ξύπνησε μέσα της το πάθος της βραδιας. Μήπως ήταν άδικη μαζί του; Μήπως ο Δήμήτρης ήταν πολύ άντρας τελικά για ν’ αντέξει αυτή την έκκριση φερομονών μέσα στο διαμέρισμα; H αρρενωπότητα του Δημήτρη όμως δε βαστά για πολύ...λυγίζει κάτω απ’ το βάρος της αλήθειας του. Μια λίμνη απο δάκρυα κυλά στο προσωπό του κι αρχίζει να καταρρέει κομμάτι, κομμάτι. Σωριασμένος πια, ανύμπορος κι αδύναμος ν’ απαντήσει σε γιατί και κατηγορίες, νιώθει μια κάποια ανακούφιση στη φυσική συνεχή ροή των δακρύων του.

Τώρα η Στέλλα δεν είναι σίγουρη με τι μοιάζει η αρρενωπότητα. Τι χρώμα, τι σχήμα, τι ήχο, τι γεύση έχει. Δε ξέρει πως να συνεφέρει έναν σωριασμένο άντρα. Δε μπορεί να ξεχωρίσει αν νιώθει λύπη, αμηχανία ή συμπόνια.

«Έλα Δημήτρη σήκω. Σταμάτα να κλαις. Ηρέμησε. Λυπάμαι. Δεν εννοούσα...»
«Σωστά δεν εννοούσες τίποτα απ’ αυτά που είπες. Πούστης...ούτε που ξέρεις τι σημαίνει.»
«Δημήτρη μη το κάνουμε τόσο μεγάλο θέμα. Δεν είναι σημαντικό.»
«Για σένα δεν είναι σημαντικό. Για μένα είναι όλη μου η ζωή.»
«Σήκω Δημήτρη σε παρακαλώ, τελείωσε, ας μη το συζητήσουμε άλλο.»
«Τον Ζήση απο που τον ξέρεις;»
«Τον Ζήση;! A τον Ζήση, στο διαμέρισμα... ε είναι φίλος του αδερφού μου.»
«Φίλος;!»
«Γκόμενος ωραία. Μην αρχίζεις πάλι.»
«Ξέρεις απο που ξέρω εγώ τον Ζήση;»
«Δεν ήξερα ότι ξέρεις τον Ζήση.»
«Μια ζωή ξέρω τον Ζήση. Μαζί μεγαλώσαμε.»
«Ωραία. Δεν ήξερες πως είναι ομοφυλόφιλος;»
«Αν το’ ξερα λέει. Απο πρώτο χέρι.»

 
 
 
 

«Ειλικρινά δε σε καταλαβαίνω.»
«Μια ζωή με τον Ζήση, στην ίδια γειτονιά, στο σχολείο, μαζί σε όλα. Σαν αδέλφια ήμασταν.»
«Δημήτρη σταμάτα...»
«Μια ζωή κι εγώ ο μαλάκας να μην έχω καταλάβει τίποτα. Τίποτα!»
«Ωραία τέλειωσε. Τώρα ξέρεις.»
«Και τότε ήξερα. Τον αγαπούσα! Τον αγαπούσα πολύ! Τον αγαπούσα όσο τίποτα άλλο στο κόσμο. Μου υποσχέθηκε πως θ’άλλαζε. Πως όλα θα ήταν όπως παλιά. Όπως όταν ήμασταν μικρά παιδιά και παίζαμε ξύλο, κυνηγούσαμε τα κορίτσια, κάναμε καφρίλες. Μου το υποσχέθηκε, καταλαβαίνεις;!»
«Δημήτρη τι λες; Aυτό που λες δε γίνεται. Πάντα θα είναι φίλος σου. Δεν αλλάζει κάτι...»
«Θα τον βοηθούσα εγώ ν’ αλλάξει.»
«Δημήτρη δε γίνεται αυτό που λές.»
«Γίνεται. Τον αγαπώ καταλαβαίνεις...δε μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν. Είμαι… ερωτευμένος μαζί του. Kαταλαβαίνεις;…»
Με τις λέξεις να πνίγονται μέσα στα δάκρυά του, ο Δήμητρης αγκαλιάζει τη Στέλλα. Δυό άγνωστοι, χαμένοι στη νύχτα με μόνο κοινό παρονομαστή μια τυχαία συνάντηση. «Στ’ ορκίζομαι Στέλλα. Δε θέλω να είμαι ερωτευμένος μαζί του! Δε θέλω να είμαι πούστης! Δε θέλω. Δε μπορώ να... ξεχάσω...δε θέλω να ξεχάσω...»

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου καίνε τα άυπνα μάτια της Στέλλας.

«Στέλλα πες κάτι... Στέλλα...πες...οτιδήποτε. Μίλησέ μου Στέλλα...»

Η Στέλλα κοίταξε στα μάτια τον Δημήτρη και με περίσσια αυτοπεποίθηση είπε: «Να’ σαι πάντα περήφανος γι’ αυτό που είσαι.» Ύψωσε τα στήθη της ψηλά, σαν λάβαρο στη δική της μοναδική ύπαρξη. Τούρλωσε το πωπουδάκι της και κυμματίζοντας σαν βαρκούλα μία δεξιά, μία αριστερά χάθηκε στον ορίζοντα. Στολισμένη σε μια πανδαισία χρωμάτων απ’ το φως του ήλιου, που’ χε πια πλημμυρίσει ολάκερη τη πόλη.

Στάση Κάμα Σούτρα:«O Aετός».

Η στάση αυτή προτείνεται για πολύ παθιασμένους εραστές. Η γυναίκα τυλίγει τα πόδια της γύρω απο τον άνδρα και του δίνει την απόλυτη κυριαρχία πάνω στο σώμα της. Είναι μια πολύ καλή στάση για την αρχή μιας ερωτικής γνωριμίας, γιατί καταφέρνει να κάνει τους δύο εραστές, ένα...