Lost...As Time Goes By



 

Ό ταν ο Χόρχε συνάντησε την Άννα, ο χρόνος πνίγηκε μέσα σε μια χούφτα από άμμο και θάλασσα. Η Άννα ήταν το πιο αυθόρμητο, αστείο, περιπετειώδες κορίτσι που είχε δει ποτέ μέχρι τότε. Η ζωή μαζί της ήταν σαν να έβγαζες εισιτήριο χωρίς επιστροφή με άγνωστο προορισμό. Είχαν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια απ' όταν πρωτοήρθε εδώ. Είχε λατρέψει τα πάντα σ' αυτή τη χώρα. Τα προφανή...τον ήλιο, τη θάλασσα, τον ελληνικό τρόπο σκέψης, την μαγεία στην απλότητα, τ' ατελείωτα καλοκαίρια και τα λιγότερο προφανή...την Άννα.

Ούτως ή άλλως ελάχιστες διαφορές έβρισκε με τον δικό του τόπο καταγωγής, την Ισπανία. Γι' αυτό κι ένιωθε πάντα μια γνώριμη οικειότητα εδώ, σαν να ήταν στο σπίτι του. Τι εδώ τι εκεί; Έβαζε κάτω τις αιτίες και τις αφορμές που θα τον γύριζαν ξανά στην πατρίδα του και στο τέλος πάντα νικούσε ο ήλιος, η θάλασσα, ένα ποτό ακόμη...το ηλιοβασίλεμα...Γαλήνευε να νοσταλγεί το σπίτι του πίσω κι ήταν ακριβώς αυτή η νοσταλγία κι η μόνη του επιθυμία, αρκετή για να επαναπαύεται στο εδώ και το τώρα. Ούτως ή άλλως δεν τον είχαν πάρει και τα χρόνια. Δεν είναι να πεις πως γέρασε στην ξενιτιά. Ήταν μόλις 30 χρονών, ελεύθερος κι ωραίος και μπορούσε να πάει όπου γουστάρει, να κάνει ότι του καπνίσει. Ποιός νοιάζεται; Ένα καλοκαίρι ακόμα...δεν έβλαψε ποτέ κανέναν...

Η καλή μέρα απ' το πρωί φαίνεται...το ίδιο και η κακή, η στραβή, η ανάποδη. Είχε φτάσει ήδη μεσημέρι και δεν είχε σταματήσει ούτε για να πάρει μια ανάσα απ΄ τη πολλή δουλειά. Ο ήλιος έκαιγε. Ένιωθε λες κι έκανε το μεροκάματο του τρόμου στην έρημο Σαχάρα. Ετοίμαζε το ένα cocktail μετά το άλλο...ας όψεται η ομορφιά του τοπίου. Αλλιώς είναι να ψήνεσαι μέσα στο λιοπύρι κι αλλιώς σε μια παραλία με θέα τα καταγάλανα νερά.

 

- “Ένα fruit ponds με πολύ γρεναδίνη παρακαλώ”.
Ο Χόρχε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του, με μηχανικές κινήσεις, φτιάχνει την αηδία που του ζητήθηκε.

- “Με πολύ γρεναδίνη παρακαλώ”.
Ένα νευρικό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό του. Είναι έτοιμος να λούσει την εκνευριστική φωνούλα με τη γρεναδίνη. Είναι έτοιμος να τα παρατήσει όλα κι όπου φύγει φύγει. Είναι έτοιμος να πετάξει το μπουκάλι της γρεναδίνης μέσα στη θάλασσα, μέχρι που αυτό έχει άλλα σχέδια, καθώς του γλιστρά μέσα απ' τα χέρια, καταλήγοντας στην άμμο.

- “Πω πόσο χαμένο κόκκινο!”
αποκρίνεται η εκνευριστική φωνούλα στην σκορπισμένη γρεναδίνη. Ο Χόρχε σηκώνει το βλέμμα του και χάνει την αίσθηση του χρόνου μέσα στα λαμπερά παιχνιδιάρικα μάτια της Άννας.

- “Είσαι καλά;”
Στήλη άλατος ο Χόρχε.

- “Με το fruit ponds μου τι θα γίνει;”
H απαίτηση ενός ακόμα cocktail επαναφέρει τον Χόρχε στην καυτή πραγματικότητα.

- “Όπως βλέπεις γρεναδίνη τέλος.”

- “Ας είναι. Χωρίς γρεναδίνη λοιπόν.”

- “Ούτως ή άλλως θα πάθαινες ζάχαρο με τόση γρεναδίνη.”

- “Ήμουν τυχερή λοιπόν. Με έσωσες.”

Αχ γρεναδίνη εσύ... σαν τσιγγάνικη σονάτα...κάτω απ' το φως του μεσημεριού...

 

Η Άννα παίρνει το fruit ponds και χάνεται πάλι στην παραλία. Ο Χόρχε την ακολουθεί με το βλέμμα του. Ρίχνουν ο ένας στον άλλον κλεφτές ματιές. Αν ο έρωτας είχε χρώμα θα ήταν κόκκινο. Αν είχε γεύση θα ήταν γρεναδίνη. Fruit ponds με γρεναδίνη! Να τον πιεις στο ποτήρι και να μην καταλαβαίνεις αν νιώθεις ζαλισμένος απ' το ποτό, απ' τα χρώματα ή απ' τις γεύσεις... Ακολούθησαν κι άλλα πρωινά όπως αυτό. Με την Άννα να δοκιμάζει ευφάνταστα cocktail που με περίσσια μαεστρία έφτιαχνε ο Χόρχε. Ο χρόνος όμως είναι αμείλικτος. Δεν γοητεύεται από καλοκαίρια και από έρωτες.

Η σαιζόν κόντευε σχεδόν στο τέλος της κι η Άννα είχε κουραστεί πια απ' τις δοκιμές. Ύστερα ήταν κι ο Χόρχε...πάντα τόσο ντροπαλός και προσηλωμένος στην τέχνη του. Λες κι η κάθε παρασκευή που έφτιαχνε, να ήταν από μόνη της μια πράξη αυτόνομη και ολοκληρωτική, σαν να μην έμενε διάθεση για τίποτα άλλο. Εκείνο το πρωινό στα μέσα του Σεπτέμβρη η Άννα δεν είχε καμία όρεξη ούτε να πιεί, μα ούτε να μιλήσει. Κοιτούσε την θάλασσα και πενθούσε για το καλοκαίρι που έφευγε. Ο Χόρχε σκέφτηκε πως το μόνο που θα μπορούσε να νικήσει αυτή την μελαγχολία, θα ήταν ένα ποτήρι sangria. Κι άλλο κόκκινο... Γέμισε το ποτήρι με τη δική του ιστορία. Παρελθόν, παρόν και μέλλον, όλα μέσα σ' ένα ποτήρι. Το πρόσφερε στην Άννα. Δεν ήταν ακόμα ένα cocktail , ήταν ένα κομμάτι απ' την ίδια του την ψυχή.

Μόλις η Άννα ακούμπησε τα χείλη της στο ποτήρι, δυο κατακόκκινες σταγόνες ξέφυγαν και κατρακύλησαν στο κορμί της, ώσπου ο Χόρχε, παραμερίζοντας ντροπές και συστολές, με τα δάχτυλά του σταμάτησε το ταξίδι τους. Το ίδιο κιόλας βράδυ γίνανε ζευγάρι κι έτσι το καλοκαίρι ξεγέλασε τον χρόνο...Εκείνο το καλοκαίρι παραδόξως δεν έλεγε να τελειώσει με τίποτα. Είχε φτάσει ήδη Οκτώβρης και οι ζέστες καλά κρατούσαν. Η Άννα τριγυρνούσε στην παραλία απ' το πρωί ως το βράδυ κι ο Χόρχε γέμιζε μ' έμπνευση για ακόμα πιο μοναδικά cocktails. Ένα απ' τα πιο αγαπημένα του και αγαπημένο και των λιγοστών πια θαμώνων της παραλίας, ήταν η Blue Sangria, εξαιρετικά αφιερωμένο στην Άννα. Έλεγε σε όλους ο Χόρχε περιπαιχτικά, πως ένα βράδυ μια γοργόνα του τραγούδησε την συνταγή και κάθε φορά που το έλεγε κοιτούσε όλο νόημα την Άννα.

Οι πρώτες βροχές παρέσυραν μακριά τους το καλοκαίρι. Ο Χόρχε και η Άννα μείνανε μαζί σ' ένα μικρό δωματιάκι. Εκεί στρίμωξαν τον έρωτά τους και το κρεβάτι τους έγινε η δική τους παραλία. Στο ταβάνι μετρούσαν τις μέρες, τους μήνες, τα όνειρα, τις επιθυμίες. Πότε φωναχτά και πότε από μέσα τους. Ο χειμώνας έφερε και δυσκολίες. Χωρίς χρώματα, γεύσεις και αρώματα. Χωρίς έμπνευση. Ο Χόρχε δεν έβρισκε πουθενά δουλειά κι η Άννα πουθενά ικανοποίηση. Ο έρωτας είχε πετάξει απ' το παράθυρο σαν αποδημητικό πουλί...δεν θα την έβγαζε με τέτοιο χειμώνα. Το μόνο που είχε μείνει στο δωμάτιο, ήταν η ανάμνηση από εκείνο το καλοκαίρι.

Είχε φτάσει ήδη άνοιξη καθώς η Άννα βόλταρε στην αγορά. Διαισθανόταν την εποχή που άλλαζε, το καλοκαίρι που έρχεται. Δεν είχε διάθεση να κάτσει μέσα ούτε λεπτό. Ο Χόρχε ούτως ή άλλως ήταν απασχολημένος με τα διαβάσματα του. Είχε αποφασίσει πως τα χρόνια περνούσαν και θα έπρεπε να μάθει να κάνει και κάτι άλλο εκτός από coctails. Η Άννα κοντοστάθηκε μπροστά απ' τον υπαίθριο πάγκο με τα καπέλα. Ένα ανδρικό καπέλο τύπου “fedora” αποσπά την προσοχή της. Σκέφτεται τον Χόρχε να φοράει ένα τέτοιο καπέλο. Σκέφτεται τους δύο τους να είναι πρωταγωνιστές σε μια ταινία εποχής...σε μια ταινία που είναι πάντα καλοκαίρι. Χωρίς άλλες σκέψεις αγοράζει το καπέλο και τρέχει στο σπίτι.

Εκμεταλλεύεται την απουσία του Χόρχε και μεταμορφώνει το δωμάτιό τους σ' ένα ταξίδι στον χρόνο...as time goes by... Μόλις ο Χόρχε επέστρεψε σπίτι, χάθηκε στην ιστορία που τον προσκαλούσε η Άννα. Φόρεσε το καπέλο, πήρε στην αγκαλιά του την Άννα και χωρίς ν' ανταλλάξουν κουβέντα μέχρι το ξημέρωμα παρασύρθηκαν απ' τη μουσική, τις γνώριμες μυρωδιές των σωμάτων τους και τη λήθη που μπορεί να σου προκαλέσει ένα παρατεταμένο φιλί. Ένα καπέλο “fedora” έφερε πίσω το καλοκαίρι...

Καθώς έφτασε το πρωί, το μόνο που πρόδιδε τι είχε προηγηθεί, ήταν το καπέλο πάνω στο κρεβάτι, με καρφιτσωμένο επάνω του ένα σημείωμα. “Να θυμάσαι αυτό. Ένα φιλί παραμένει ένα φιλί. Ένας αναστεναγμός είναι μόνο ένας αναστεναγμός...καθώς ο χρόνος περνά...Άννα”.

Καθώς τα χρόνια πέρασαν οι δύο τους δεν συναντηθήκανε ποτέ. Τα καλοκαίρια έφεραν τους χειμώνες...οι χειμώνες τα καλοκαίρια...Ο Χόρχε δεν επέστρεψε ποτέ στην πατρίδα του. Η πατρίδα του ήταν εδώ. Δεν έμαθε να φτιάχνει ποτέ τίποτα άλλο από cocktails. Τα πιο υπέροχα cocktails που έχεις δοκιμάσει ποτέ by Horhe. Με τα λίγα κατάφερε να φτιάξει ένα απ' τα πιο γνωστά cocktail bar της πόλης. Για την Άννα δεν άκουσε ποτέ ξανά. Σαν να μην υπήρξε. Ήταν ανάμνηση ή αυταπάτη; Σαν όνειρο θερινής νυκτός...που πέρασε, μα δεν στάθηκε.

Χρόνια μετά σε κάποιο θερινό σινεμά γι' ακόμα μία φορά η ταινία “Casablanca”, είχε την τιμητική της. Ο Χόρχε μαζί με τους φίλους του απολάμβανε την ταινία και την δροσερή καλοκαιρινή νύχτα. Στις μπροστινές σειρές ο Χόρχε αναγνώρισε τα καστανόξανθα μαλλιά και μόλις το βλέμμα τους διασταυρώθηκε αναγνώρισε και τα ηλιόφωτα μάτια της Άννας. Αμηχανία. Κοιτάζοντας την ώριμη πια γυναίκα, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν την είχε αγαπήσει. Φάνταζε σαν μοιραία ντίβα απο ασπρόμαυρη ταινία. Η Άννα του χαμογέλασε κι έδειξε σαν κάτι να θέλει να πει...αλλά τι; Mόλις τελείωσε η ταινία, ο Χόρχε περίμενε καθηλωμένος στη θέση του. Περίμενε να δει η Άννα τι θα κάνει. Θα μείνει, θα φύγει...θα ξαναφύγει; Η Άννα σηκώνεται, περνάει από μπροστά του, του χαμογελάει ξανά και φεύγει. Ο Χόρχε μένει για δευτερόλεπτα ασάλευτος. Παλεύει με τα θέλω και τα πρέπει. Με όσα του λέει η καρδιά και το μυαλό του και χωρίς να επιτρέψει άλλη καθυστέρηση, σηκώνεται για να προλάβει την Άννα.

“Άννα! Άννα!” Η Άννα κοντοστέκεται. “Γιατί έφυγες;”

H αλήθεια είναι πως και η ίδια είχε αναρωτηθεί πολλές φορές γι' αυτό. Βυθίστηκε γι' ακόμα μία φορά στο γαλάζιο των ματιών του. Εκεί ξαναβρήκε πάλι εκείνο το καλοκαίρι και θυμήθηκε γιατί έφυγε... Γιατί...γιατί...;

“Γιατί εγώ το μόνο που ήθελα...ήταν εκείνο το καλοκαίρι”.

Δεν είπαν κάτι άλλο. Η Άννα τον αποχαιρέτησε μ' ένα φιλί στο μάγουλο κι έμεινε ο Χόρχε να την αποχαιρετά καθώς απομακρυνόταν. Να την βλέπει να φεύγει και αυτό του ήταν αρκετό. Εκείνο το βράδυ, στα μέσα ενός καλοκαιριού, ο Χόρχε και η Άννα χωρίσανε για πάντα...



photo's by Lostin Athens